μετέρχομαι

μετ|έρχομαι (τινά) идти за кем или чем, следовать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μετέρχομαι" в других словарях:

  • μετέρχομαι — μετέρχομαι, μετήλθα βλ. πίν. 214 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μετέρχομαι — come pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέρχομαι — (I) (ΑΜ μετέρχομαι, Α αιολ. και δωρ. τ. πεδέρχομαι) νεοελλ. (σχετικά με μέσα) χρησιμοποιώ, μεταχειρίζομαι («μετέρχεται κάθε μέσο θεμιτό ή αθέμιτο προκειμένου να επιβάλει τις απόψεις του») νεοελλ. μσν. (για τέχνη ή επάγγελμα) ασκώ («μετέρχεται το… …   Dictionary of Greek

  • μετέρχομαι — μετήλθα 1. ασκώ κάποιο επάγγελμα, ασχολούμαι επαγγελματικά: Μετέρχεται το επάγγελμα του δικηγόρου. 2. χρησιμοποιώ μέσα για να πετύχω κάποιο σκοπό: Μετέρχεται βίαιες μεθόδους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετέλθετε — μετέρχομαι come aor subj act 2nd pl (epic) μετέρχομαι come aor imperat act 2nd pl μετέρχομαι come aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέλθω — μετέρχομαι come aor subj act 1st sg μετέρχομαι come aor subj act 1st sg μετέρχομαι come aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέλθῃ — μετέρχομαι come aor subj mid 2nd sg μετέρχομαι come aor subj act 3rd sg μετέρχομαι come aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μετέρχεσθε — μετέρχομαι come pres imperat mp 2nd pl μετέρχομαι come pres ind mp 2nd pl μετέρχομαι come imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτελθε — μετέρχομαι come aor imperat act 2nd sg μετέρχομαι come aor ind act 3rd sg (homeric ionic) μετέρχομαι come aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεδέλθῃ — μετέρχομαι come aor subj mid 2nd sg (doric aeolic) μετέρχομαι come aor subj act 3rd sg (doric aeolic) μετέρχομαι come aor subj act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέδελθε — μετέρχομαι come aor imperat act 2nd sg (doric aeolic) μετέρχομαι come aor ind act 3rd sg (doric aeolic) μετέρχομαι come aor ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.